ἐμπίστευσις
ἐμπίστευσις, trusteeship
ἐμπίστ-ευσις, εως, ἡ,
- trusteeship, Cat.Cod.Astr. 2.161.
encomienda
ἀλλοτρίων ἔργων καὶ κτημάτων ἐ.
ἐμπίστευσις, trusteeship
encomienda
ἀλλοτρίων ἔργων καὶ κτημάτων ἐ.