Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμπίσειον
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἔμπικρος
ἐμπιλέομαι
ἐμπιλέω
ἐμπίλια
ἐμπίλιον
ἐμπίμελος
ἐμπιμπλάω
ἐμπίμπλημι
ἐμπιμπράω
ἐμπίμπρημι
ἐμπινής
ἐμπίνω
ἐμπιπάσκομαι
ἐμπιπίσκω
ἐμπιπλ
ἐμπιπλ-
ἐμπιπλάω
ἐμπιπλέει
ἐμπιπλέω
ἐμπίπλημι
ἐμπιπρ
ἐμπιπρ-
ἐμπιπράσκω
ἐμπιπράω
ἐμπίπρημι
ἐμπίπτω
ἐμπίς
ἐμπῖσαι
ἐμπίσαις
ἐμπίσασθαι
ἐμπίσειον
ἐμπισθέν
ἐμπίσιον
ἐμπισσόω
ἐμπίστευσις
ἐμπίστευτος
ἐμπιστεύω
ἐμπιστῆρας μύθων
ἔμπιστος
ἐμπίτνω
ἐμπιτυάζομαι
ἐμπιτυάζω
ἐμπίφρημι
ἐμπλ-
ἐμπλάζω
ἐμπλακείς
ἐμπλανάομαι
ἔμπλασις
ἔμπλασμα
ἐμπλάσσω
ἐμπλαστέον
ἐμπλαστή
ἐμπλαστικός
ἐμπλαστός
ἔμπλαστος
ἐμπλάστριον
ἔμπλαστρον
ἐμπλαστροποιΐα
ἔμπλαστρος
ἐμπλαστρόω
ἐμπλαστρώδης
…
ἐμπίσειον
Save
DGE
ἐμπίσειον·
καὶ τὸ βραχὺ καὶ τὸ δαψιλῶς πιεῖν
Hsch., cf.
ἐμπιπίσκω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}