ἐπιστημοσύνη
ἐπιστημοσύνη, skill
Could not find ἐπιστημοσύνης in Logeion dictionaries.
ἐπιστημοσύνης feminine genitive singular of ἐπιστημοσύνη
ἐπιστημ-οσύνη, ἡ,
- skill, περὶ ἐ., title of work by Xenocr. (D.L. 4.13).
ἐπιστημοσύνη, ης (ἡ) science, instruction, Xénocr. ph. (DL. 4, 13).
Étym. ἐπιστήμων.
ἐπιστημοσύνη, ἡ, = ἐπιστήμη, Poll. 4.7 ; nach DL. 4.13 schrieb Xenocrates περὶ ἐπιστημοσύνης.