ἐρίζω
ἐρίζω, to strive, wrangle, quarrel
Could not find ἤρισε in Logeion dictionaries.
ἤρισε Verb: aorist active indicative 3rd singular of ἐρίζω
- strive, wrangle, quarrel, διαστήτην ἐρίσαντε Il. 1.6, etc.; τὸ δίκαιον οὐκ ἔχει λόγον δυοῖν ἐρίζειν S. El. 467: c. dat., Hes. Th. 928, Pi. Pae. l.c., etc.; ἀλλήλοις Od. 18.277; ἀντιβίην τινί Il. 1.277; ἀντία τοῖς ἀγαθοῖς Pi. P. 4.285; πρὸς θεόν ib. 2.88; πρός τινα περί τινος Plu. Tim. 14; ὗς ποτʼ Ἀθαναίαν ἔριν ἤρισε Theoc. 5.23; πρὸς πᾶν τὸ λεγόμενον Hdt. 7.50; περί τινος about a thing, Il. 12.423, al.; περὶ μικρῶν ἀκριβῶς ἐ. Isoc. 2.39: folld. by a relat., ἐ. ὅστις ἀρείων Theoc. 5.67; ὁπότερος γενναιότερος Pl. Ly. 207c: c. inf., contend that.., ἤριζον οἱ πολλοὶ οὐ λυσιτελήσειν τὴν πάροδον D. 9.11: abs., of sophistical disputations, opp. διαλέγεσθαι, ἀμφισβητεῖν, Pl. R. 454a, Prt. 337b, cf. Crates Theb. 1.3; of political discord, c. dat., Foed. ap. Th. 5.79.
- 2 rival, vie with, challenge, οὐκ ἂν ἔπειτʼ Ὀδυσῆΐ γʼ ἐρίσσειε βροτὸς ἄλλος Il. 3.223; ἐπεί σφισιν οὔ τις ἔριζεν Od. 8.371: c. acc. rei, rival or contend with one in a thing, οὐδʼ εἰ..Ἀφροδίτῃ κάλλος ἐρίζοι Il. 9.389, cf. Od. 5.213, Hes. Sc. 5: c. dat. rei, δρηστοσύνῃ οὐκ ἄν μοι ἐρίσσειε βροτὸς ἄλλος in service, Od. 15.321; ποσί Il. 13.325; γνώμῃ καὶ πλήθει καὶ ἀρετῇ ἐ. τινί Lys. 2.42; ἐρίσσειαν περὶ μύθων Il. 15.284; ἀθανάτοισιν ἐρίζεσκον περὶ τόξων Od. 8.225; τῷ Δῒ πλούτου πέρι Hdt. 5.49: c. inf., ἐρίζετον ἀλλήλοιιν χερσὶ μαχέσσασθαι Od. 18.38; ἶσα δὲ πίνειν οὔτις οἱ ἀνθρώπων ἤρισεν Phalaec. ap. Ath. 10.440e; πρὸς θεούς Pl. R. 395d; Νέστωρ οἶος ἔριζε N. alone rivalled (him), Il. 2.555, cf. X. Cyn. 1.12.
- II Med., like Act., ᾧ [τόξῳ] οὔ τίς τοι ἐρίζεται Il. 5.172; μοι ἐρίσσεται..κτήμασιν Od. 4.80; ἐρίζετο βουλὰς Κρονίωνι Hes. Th. 534, cf. Pi. I. 4(3).29: also in pf. Pass., τῷ οὔ τις ἐρήρισται κράτος Hes. Fr. 195.
- 2 Pass., ταχυτὰς ποδῶν ἐρίζεται there are contests in fleetness of foot, Pi. O. 1.95.
1. ruziemaken, in conflict zijn met; met dat. van pers.:
2. (kunnen) wedijveren met, met dat van pers.:
1) streiten, zanken, meist wie ἐριδαίνω vom Wettstreit, u. übh. von feindseliger Gesinnung, τινί ; Il. 1.6, ἀντιβίην τινί, offenbar mit Jem. streiten, 1.277 ; περί τινος, über Etwas, 12.423 ; ἀντία τινί, Pind. P. 4.285 ; τινί, N. 8.22 ; auch πρὸς θεόν, P. 2.88 ; τὸ γὰρ δίκαιον οὐκ ἔχει λόγον δυοῖν ἐρίζειν Soph. El. 459, das Gerechte darf nicht Streit erregen ; ἐρίζουσιν οἱ διάφοροί τε καὶ οἱ ἐχθροὶ ἀλλήλοις Plat. Prot. 337b, wo ein Unterschied zwischen ἐρίζειν u. ἀμφισβητεῖν gemacht wird ; περί τινος, Symp. 173e ; οὐκ ἐρίζειν, ἀλλὰ διαλέγεσθαι Rep. V.454a ; πρὸς θεούς III.395d ; πόλις πόλει Thuc. 5.79 ; Folgde : τινὶ γνώμῃ Lys. 3.42 ; πρός τινα περί τινος, Plut. Timol. 14.
2) bes. wettstreiten, wetteifern, τινί, mit Einem, Il. 6.131, Ἀφροδίτῃ κάλλος, mit der Aphrodite an Schönheit, in Betreff der Schönheit, 9.389 ; Od. 5.213 ; auch περὶ μύθων, περὶ τόξων, Il. 15.284, Od. 8.225 ; auch ποσί ; δρηστοσύνῃ, mit den Füßen, d.i. im Laufe mit Jem. wetteifern, Il. 13.325, Od. 15.321 ; auch c. inf., ἐρίζετον ἀλλήλοιϊν χερσὶ μαχέσσασθαι 18.38 ; vgl. Phalaec. Ath. X.440e ; absolut, Νέστωρ οἶος ἔριζε, Nestor allein wetteiferte, tat es gleich, nahm es auf, Il. 2.555 ; νόον γε μὲν οὔτις ἔριζε Hes. Sc. 5. – Auch in Prosa, τινί, Her. 4.152 ; ἐρίζοντες αἱροῦσι τὸ χωρίον, wetteifernd nehmen sie den Platz ein, Xen. An. 4.7.12 ; περί τινος, 1.2.8 u. Sp.; ἠρικέναι, Pol. 3.91.7 ; ἔριν πρός τινα, Theocr. 5.23, vgl. 136.
3) das med. in der Bdtg des act., wettkämpfen, ᾧ οὔτις τοι ἐρίζεται ἐνθάδε ἀνήρ Il. 5.172 ; Od. 4.80 ; ἐρίζετο βουλὰς Κρονίωνι, er wetteiferte an Klugheit mit dem Zeus, Hes. Th. 534 ; ἵνα ταχυτὰς ποδῶν ἐρίζεται Pind. Ol. 1.95 ; τινί, I. 3.47. Vgl. ἐριδαίνω.
[ἔρις.]
3 pl. pa. iterative ἐρίζεσκον Od. 8.225.
3 pl. aor. subj. ἐρίσωσι Od. 18.277.
3 sing. opt. ἐρίσειε Od. 23.126. ἐρίσσειε Il. 3.223: Od. 15.321, Od. 19.286.
3 pl. ἐρίσσειαν Il. 15.284.
Nom. dual mase. pple. ἐρίσαντε Il. 1.6.
Pl. ἐρίσαντες Il. 13.109.
3 sing. aor. subj. mid. ἐρίσσεται Od. 4.80.
- 1
To be at variance, quarrel, wrangle, dispute: διαστήτην ἐρίσαντε (having conceived offence) Il. 1.6, περὶ ἴσης Il. 12.423.
With dat.: βασιλεῦσιν Il. 2.214, 247, κείνῳ ἐρίσαντες Il. 13.109.
- 2
To challenge.
With dat. and infin.: ἀλλήλοιϊν μαχέσσασθαι Od. 18.38.
- 3
To engage in rivalry or competition: περὶ μύθων Il. 15.284.
To rival, compete with, vie with, a person: Νέστωρ οἶος ἔριζεν Il. 2.555. Cf. Od. 19.286.
With dat.: βασιλῆϊ Il. 1.277. Cf. Il. 3.223, Il. 6.131, Il. 23.404: Od. 4.78, Od. 8.223, 225, 371, Od. 18.277, Od. 23.126.
To match oneself with, stand up to in fight.
With dat.: κρονίωνος παισίν Il. 21.185.
With dat. of that in which one vies with a person: ποσίν Il. 13.325.
With double dat.: δρηστοσύνῃ οὐκ ἄν μοι ἐρίσσειεν ἄλλος Od. 15.321.
So in mid. Il. 5.172: Od. 4.80.
With dat. and acc.: εἰ Ἀφροδίτῃ κάλλος ἐρίζοι (in . . .) Il. 9.389. Cf. Od. 5.213.
- 1
- 1struggle, contest abs., ἐν δρόμοις Πέλοπος ἵνα ταχυτὰς ποδῶν ἐρίζεται ἀκμαί τʼ ἰσχύος θρασύπονοι O. 1.95 καὶ σθένει γυίων ἐρίζοντι θρασεῖ N. 5.39 καὶ γὰρ ἐριζόμεναι νᾶες ἐν πόντῳ καὶ ὑφʼ ἅρμασιν ἵπποι I. 5.4 Ζεὺς ὅτʼ ἀμφὶ Θέτιος ἀγλαός τʼ ἔρισαν Ποσειδὰν γάμῳ (Benedictus: ἔρισας cod.) I. 8.27 c. acc. cogn., ὅσσα τʼ ἔριξε λευκωλένῳ ἄκναμπτον Ἥρᾳ μένος ἀντερείδων Pae. 6.87 οὐ ψεῦδος ἐρίξω ?strive in falsehood fr. 11. c. dat., ἅπτεται δʼ ἐσλῶν ἀεί, χειρόνεσσι δʼ οὐκ ἐρίζει (sc. φθόνος) N. 8.22 Πανελλάνεσσι δʼ ἐρίζομενοι δαπάνᾳ χαῖρον ἵππων I. 4.29 c. πρός, ἀντία, against, οὐκ ἐρίζων ἀντία τοῖς ἀγαθοῖς P. 4.285 χρὴ δὲ πρὸς θεὸν οὐκ ἐρίζειν P. 2.88
Strong 2051
to wrangle, strive: Mt 12:19 (LXX, κεκράζεται).†
- Ito strive, wrangle, quarrel, τινί with one, Hom., Attic; πρός τινα Hdt., Plat.
- 2to rival, vie with, be a match for, τινί Hom.:—c. acc. rei, to contend with one in a thing, Hom.;—also, c. dat. rei, Od., Attic
- 3absol. to engage in a contest, keep the contest up, Il.
- IIHom. sometimes uses the Mid., like the Act.
-
…, ναῦς δὲ πλείους τῶν ἄλλων συμμάχων, ἄνδρας δʼ ἐμπειροτάτους. καὶ γὰρ τίνες ἂν τούτοις τῶν ἄλλων Ἑλλήνων ἤρισαν γνώμῃ καὶ πλήθει καὶ ἀρετῇ ; ὥστε δικαίως μὲν ἀναμφισβήτητα τἀριστεῖα τῆς ναυμαχίας ἔλαβον παρὰ τῆς Ἑλλάδος, εἰκότως δὲ…
Lysias, Speeches
-
…μνηστήρων οὐχ ἥδε δίκη τὸ πάροιθε τέτυκτο · οἵ τʼ ἀγαθήν τε γυναῖκα καὶ ἀφνειοῖο θύγατρα μνηστεύειν ἐθέλωσι καὶ ἀλλήλοις ἐρίσωσιν, αὐτοὶ τοί γʼ ἀπάγουσι βόας καὶ ἴφια μῆλα, κούρης δαῖτα φίλοισι, καὶ ἀγλαὰ δῶρα διδοῦσιν · ἀλλʼ…
Homer, Odyssey
-
…μέν πώ τι πάρος τοιοῦτον ἐτύχθη, οἵην τερπωλὴν θεὸς ἤγαγεν ἐς τόδε δῶμα. ὁ ξεῖνός τε καὶ Ἶρος ἐρίζετον ἀλλήλοιϊν χερσὶ μαχέσσασθαι · ἀλλὰ ξυνελάσσομεν ὦκα. ὣς ἔφαθʼ, οἱ δʼ ἄρα πάντες ἀνήϊξαν γελόωντες, ἀμφὶ δʼ…
Homer, Odyssey
-
…ἄρʼ ἐνὶ στήθεσσιν ὀρούσας τεύχεά τʼ ἐξενάριξε καὶ εὐχόμενος ἔπος ηὔδα · κεῖσʼ οὕτως · χαλεπόν τοι ἐρισθενέος Κρονίωνος παισὶν ἐριζέμεναι ποταμοῖό περ ἐκγεγαῶτι. φῆσθα σὺ μὲν ποταμοῦ γένος ἔμμεναι εὐρὺ ῥέοντος, αὐτὰρ ἐγὼ γενεὴν μεγάλου Διὸς εὔχομαι εἶναι…
Homer, Iliad
-
…, χρήματʼ ἀγυρτάζειν πολλὴν ἐπὶ γαῖαν ἰόντι · ὣς περὶ κέρδεα πολλὰ καταθνητῶν ἀνθρώπων οἶδʼ Ὀδυσεύς, οὐδʼ ἄν τις ἐρίσσειε βροτὸς ἄλλος. ὥς μοι Θεσπρωτῶν βασιλεὺς μυθήσατο Φείδων · ὤμνυε δὲ πρὸς ἔμʼ αὐτόν, ἀποσπένδων ἐνὶ οἴκῳ ,…
Homer, Odyssey
-
…καὶ τὸν Μελέαγρον κἄτι μάλα τὸν Τήλεφον. τί δαὶ σὺ βουλεύει ποιεῖν ; λέγʼ Αἰσχύλε. ἐβουλόμην μὲν οὐκ ἐρίζειν ἐνθάδε · οὐκ ἐξ ἴσου γάρ ἐστιν ἁγὼν νῷν. τί δαί ; ὅτι ἡ ποίησις οὐχὶ συντέθνηκέ μοι ,…
Aristophanes, Frogs
-
…· Ἑρμείαο ἕκητι διακτόρου, ὅς ῥά τε πάντων ἀνθρώπων ἔργοισι χάριν καὶ κῦδος ὀπάζει, δρηστοσύνῃ οὐκ ἄν μοι ἐρίσσειε βροτὸς ἄλλος, πῦρ τʼ εὖ νηῆσαι διά τε ξύλα δανὰ κεάσσαι, δαιτρεῦσαί τε καὶ ὀπτῆσαι καὶ οἰνοχοῆσαι ,…
Homer, Odyssey
-
…γʼ ἀπὸ πᾶσαν ἐμοὶ δόμεναι θυμαλγέα λώβην. κούρην δʼ οὐ γαμέω Ἀγαμέμνονος Ἀτρεΐδαο, οὐδʼ εἰ χρυσείῃ Ἀφροδίτῃ κάλλος ἐρίζοι, ἔργα δʼ Ἀθηναίῃ γλαυκώπιδι ἰσοφαρίζοι · οὐδέ μιν ὧς γαμέω · ὃ δʼ Ἀχαιῶν ἄλλον ἑλέσθω, ὅς τις…
Homer, Iliad
-
…δέ, εἰ σωφρονήσεις, ὦ φίλη, δράσεις τάδε. δράσω · τὸ γὰρ δίκαιον οὐκ ἔχει λόγον δυοῖν ἐρίζειν, ἀλλʼ ἐπισπεύδειν τὸ δρᾶν. πειρωμένῃ δὲ τῶνδε τῶν ἔργων ἐμοὶ σιγὴ παρʼ ὑμῶν, πρὸς θεῶν, ἔστω…
Sophocles, Electra
-
…δʼ ἄλλων ἐμέ φημι πολὺ προφερέστερον εἶναι, ὅσσοι νῦν βροτοί εἰσιν ἐπὶ χθονὶ σῖτον ἔδοντες. ἀνδράσι δὲ προτέροισιν ἐριζέμεν οὐκ ἐθελήσω, οὔθʼ Ἡρακλῆι οὔτʼ Εὐρύτῳ Οἰχαλιῆι, οἵ ῥα καὶ ἀθανάτοισιν ἐρίζεσκον περὶ τόξων. τῷ ῥα καὶ…
Homer, Odyssey