Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἧ
ἧ, (Cyr.) where
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ζῶστρα
Ζώστριος
ζωστρίς
ζῶστρον
Ζωτεάτας
ζώτειον
ζωτικός
ζωτικῶς
ζωτύς
ζῳύλλιον
ζωΰλλιον
ζῳύφιον
ζωΰφιον
ζωφορία
ζῳφορία
ζώφορος
ζῳφόρος
ζωφυτέομαι
ζωφυτέω
ζώφυτος
ζώω
ζῳώδης
ζωώδης
ζῳωδία
ζῳωνυμία
ζώωσις
ζῳωτός
η
ἤ
ἦ
ἧ
ᾗ
Η
ἡ
ἥ
ᾖ
ἦ δʼ ὅς
ἦ μήν
ἦ τε
ἤ, ἤ
Η, η
ηʹ
ἦα
ᾖα
ἠαρινός
ἥαται
Ἤατος
ἥβα
ἠβαιός
ἡβάσκω
ἡβάω
ἥβη
Ἥβη
ἡβηδόν
ἥβησις
ἡβητήρ
ἡβητηρία
ἡβητήριον
ἡβητής
ἡβητικός
ἡβήτριον
…
ἧ
Save
ἧ, (Cyr.) where
LSJ
ἧ, Adv. of Place,
where,
Berl.Sitzb.
1927.170 (Cyrene),
Leg.Gort.
6.31.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}