Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἵστραξ
ἵστραξ, bird
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἱστοποιΐα
ἱστοπονία
ἱστοπόνος
ἱστόπους
ἱστορέω
ἱστόρημα
ἱστορητέον
ἱστορία
ἱστοριαγράφος
ἱστορικός
ἱστορικῶς
ἱστοριογραφέω
ἱστοριογραφία
ἱστοριογραφικός
ἱστοριογράφος
ἱστόριον
ἱστοριοσυγγραφεύς
ἱστόρισμα
ἱστοριώδης
ἱστός
ἱστοτέλεια
ἱστότονος
ἱστοτριβής
ἱστουργεῖον
ἱστουργέω
ἱστουργία
ἱστουργική
ἱστουργικός
ἱστουργός
ἱστοφόρος
ἵστραξ
Ἰστρία
Ἰστριανός
ἰστρίδες
Ἰστριεύς
Ἰστρίη
Ἰστριηνός
Ἴστριος
Ἴστρος
Ἰστροῦς
ἴστω
ἵστω
ἱστών
ἱστωνάρχης
ἱστωναρχία
Ἰστώνη
ἴστωρ
ἵστωρ
ἰσφαίνειν
ἴσφνιον
ἴσφωρες
Ἰσχαγόρας
ἰσχάδιον
ἰσχαδοκάρυα
ἰσχαδοκάρυον
ἰσχαδοπώλης
ἰσχαδόπωλις
ἰσχαδοφάγος
ἰσχαδώνης
ἴσχαιμος
ἰσχαίμων
…
ἵστραξ
Save
ἵστραξ, bird
LSJ
ἵστραξ,
a kind of
bird,
Hsch.
(fort.
τέτραξ
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}