καυστηριάζω
καυσ-τηριάζω, καυστήριον, v. καυτ-.
καυστηριάζω, c. καυτηριάζω, Anon. byz. 128, 44, 30.
καυστηριάζω, f.l. für καυτηριάζω.
Strong 2743
*†
to mark by branding, brand (AV, scar, but v. CGT, in l.): metaph., pass. pf. ptcp., I Ti 4:2 (cf. καυτήριον, IV Mac 15:22*).†
καυστηριάζω,
v. καυτηριάζω