καυστηρός Save LSJ Bailly 2024 Pape καυσ-τηρός, v. καύστειρα. καυστηρός, ά, όν, brûlant, ardent, ép. de Sirius, Opp. H. 2, 509. Étym. καίω. καυστηρός, κύων, der sengende Sirius, Opp. Hal. 2.509 u. a.Sp. S. καυστειρός.