καυστήριον Save Bailly 2024 Pape Middle Liddell καυστήριον, ου (τὸ) c. καυτήριον, Diosc. Eup. 1, 242, p. 223. καυστήριον, f.l. für καυτήριον. καυστήριον v. καυτήριον