καύτης Save Bailly 2024 Pape Middle Liddell καύτης, ου (ὁ) c. καύστης, Anth. 2, 11. καύτης, ὁ, = καύστης, Dosiad. ara 2.11, Schol. erkl. ἐνταφιαστής. καύτης, ου, = καυτήρ, Anth.