καυτός Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape καυ-τός, ή, όν, v. καυστός. καυτός, ή, όν, brûlé (par le bout) Eur. Cycl. 633. Étym. vb. de καίω, cf. καυστός. καυτός -ή -όν zie καυστός. καυτός, l.d. für καυστός.