Μελία
Μελία, ashtree nymph
Μελία, ας (ἡ) Mélia, f. Pd. P. 11, 4 ; Call. Del. 80, etc. ||
➳ Ion. Μελίη, Call. H. 4, 80, etc.
Μελία daughter of Ocean, mother by Apollo of Teneros. ἴτε σὺν Ἡρακλέος ἀριστογόνῳ ματρὶ πὰρ Μελίαν χρυσέων ἐς ἄδυτον τριπόδων θησαυρόν i. e. to the temple of Apollo Ismenios in Thebes P. 11.4 Ἰσμηνὸν ἢ χρυσαλάκατον Μελίαν ὑμνήσομεν fr. 29. 1.
- 1ἀγλαάν τʼ ἐς αὐλὰν ὠκεανοῖο [ ] Μελίας Pae. 7.4 λέχει πέλας ἀμβροσίῳ Μελίας (τῷ Ἰσμηνίῳ λέγει. Σ.) Πα. 9. 35. Τήνερον ἔτεκ[εν ] κόρα μιγεῖσʼ ὠκεανοῦ Μελία σέο, Πύθι[ε (λέχει supp. G-H.) Pae. 9.43