ναυστόλημα
ναυστόλημα, anything conveyed by ship
ναυστόλ-ημα, ατος, τό, in pl.,
- = sq., πόντου ναυστολήμαθʼ E. Supp. 209.
ναυστόλημα, ατος (τὸ) transport par mer, navigation, Eur. Suppl. 209 au plur.
Étym. ναυστολέω.
ναυστόλημα, τό, = ναυστολία, πόντου, Eur. Suppl. 221.
ναυστόλημα
from ναυστολέω
ναυστόλημα, ατος, τό,
- anything conveyed by ship: in pl. also = ναυστολία, πόντου ναυστολήματα Eur.