Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Νόθαρχος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νοαρός
Νόαρος
νοβακκίζειν
νοέμβριος
νοερητόκος
νοερηφόρος
νοερός
νοερότης
νοεροτόκος
νοερῶς
νοερωτός
νόες
νοέω
νόημα
νοηματίζω
νοηματικός
νοημάτιον
νόημι
νοήμων
Νοήμων
νοήρης
νοηρός
Νόης
νόησις
νοητάρχης
νοητέον
νοητικός
νοητός
νοητῶς
νοθαγενής
Νόθαρχος
νοθεία
νοθεῖος
νόθευσις
νοθευτής
νοθεύω
νοθισμοί
νοθογενής
νοθογέννητος
νοθοκαλλοσύνη
νόθος
νοθόω
Νόθων
νόθως
νοΐ
νοίδιον
νοΐδιον
νομάδειος
νομάδες
νομάδην
νομαδία
Νομαδία
νομαδιαῖος
νομαδικός
Νομαδικός
νομαδικῶς
νομαδίτης
νομαδῖτις
νομαδόστοιχος
νομάζω
Νομαία
…
Νόθαρχος
Save
Bailly 2024
Νόθαρχος,
ου
(
ὁ
)
Notharkhos,
h.
Dém.
853 fin
.
Étym.
ν. ἄρχω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}