Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νοθογενής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νοερότης
νοεροτόκος
νοερῶς
νοερωτός
νόες
νοέω
νόημα
νοηματίζω
νοηματικός
νοημάτιον
νόημι
νοήμων
Νοήμων
νοήρης
νοηρός
Νόης
νόησις
νοητάρχης
νοητέον
νοητικός
νοητός
νοητῶς
νοθαγενής
Νόθαρχος
νοθεία
νοθεῖος
νόθευσις
νοθευτής
νοθεύω
νοθισμοί
νοθογενής
νοθογέννητος
νοθοκαλλοσύνη
νόθος
νοθόω
Νόθων
νόθως
νοΐ
νοίδιον
νοΐδιον
νομάδειος
νομάδες
νομάδην
νομαδία
Νομαδία
νομαδιαῖος
νομαδικός
Νομαδικός
νομαδικῶς
νομαδίτης
νομαδῖτις
νομαδόστοιχος
νομάζω
Νομαία
νομαῖος
νόμαιος
νομαλέως
νομανδρία
Νομαντία
Νομαντῖνοι
Νομαντῖνος
…
νοθογενής
Save
Pape
νοθογενής
, ές,
unehelich, unecht geboren
, wie νοθαγενής, vgl. Lobeck
Phryn
. 661.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}