νοητικός
νοητικός, intelligent
νο-ητικός, ή, όν,
- intellectual, opp. αἰσθητικός, τὸ ν. Arist. de An. 402b16; τὰ ν. μόρια Id. EN 1139b12; ἡ ν. ψυχή, opp. ἡ αἰσθητική, Id. GA 736b14, de An. 429a28. Adv. νοητικῶς Porph. Gaur. 17.6.
νοητικός, ή, όν, doué de la faculté de penser, doué d’intelligence, Arstt. An. 1, 1, 8, etc.
Étym. νοητός.
νοητικός, zum Begreifen, Denken geschickt ; ψυχή, Arist. gen.an. 2.3 ; eth. 6.2 ; Plut.
νοητικός, ή, όν
νοέω
- intelligent, Arist.