νοημάτιον Save νοημάτιον, little thought LSJ Bailly 2024 νο-ημάτιον, τό, Dim. of νόημα 1.4, Arr. Epict. 3.23.31. νοημάτιον, ου (τὸ) dim. de νόημα, Arr. Epict. 3, 23, 21.