στερνίδιον
στερνίδιον, τό,
- = προστερνίδιον, Iamb. post Polem. p.50 Hinck (pl.).
στερνίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] dim. de στέρνον, Rhét. 1, 531, 27 dout. W.
στερνίδιον, τό, dim. von στέρνον, Brüstchen, Sp.