στερνόμαντις
στερνό-μαντις, εως, ὁ, ἡ,
- = ἐγγαστρίμυθος, S. Fr. 59; cf. θυμόμαντις.
στερνό·μαντις, εως (ὁ, ἡ) devin ventriloque, Soph. fr. 52 Dind.
Étym. στέρνον, μάντις.
στερνόμαντις, ὁ, ἡ, der aus der eigenen Brust Wahrsagende, Soph. in VLL, Poll. 2.162.