στερνοσώματος Save LSJ Pape στερνο-σώματος, ον, v. στερροσώματος. στερνοσώματος, λοπάδος κύτος, Xenarch. bei Ath. II.64a, = κύτος στέρνου, von der Schüssel (Meineke vergleicht στερνοῦχος γῆ). wo man aber στερροσώματος ändern will.