στερνοτύπτης Save LSJ Pape στερνο-τύπτης, ου, ὁ, = ὁ τὸ στῆθος τύπτων, Hsch., Phot., Suid. στερνοτύπτης, ὁ, = στερνοτυπής, Suid. u. a. VLL.