Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στέρνιξ
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στερεώδης
στερέωμα
στερεωματίζω
στερεωπός
στερεῶς
στερέωσις
στερεωτής
στερεωτικός
στέρημα
στερήσιμος
στέρησις
στερητέος
στερητικός
στερητικῶς
στερίζω
στέριπο
στερίσκω
στεριφεύομαι
στεριφνός
στεριφόομαι
στεριφόπεπλος
στεριφοποιέω
στέριφος
στεριφότης
στεριφόω
στερίφωμα
στερκτέον
στερκτικός
στερκτός
στερνίδιον
στέρνιξ
στέρνιον
στερνίον
στερνίτης
στερνῖτις
στερνοβριθής
στερνοκοπέομαι
στερνοκτυπέω
στερνοκτύπος
στερνόμαντις
στέρνον
στερνοσχιδής
στερνοσώματος
στερνοτυπέομαι
στερνοτυπής
στερνοτυπία
στερνοτυπτέομαι
στερνοτύπτης
στερνοῦχος
στερνόφθαλμος
στερνοφορέω
στερνώδης
στέρξις
στέρομαι
στεροπά
στεροπεύς
στεροπή
Στερόπη
στεροπηγερέτα
Στερόπης
στερός
…
στέρνιξ
Save
LSJ
Pape
στέρνιξ, ικος, ἡ,
=
ἐντεριώνη,
Hsch.
στέρνιξ
, ικος, ἡ, = ἐντεριώνη, Hesych.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}