Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐκτώριτας
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐθιγενής
αὐθίξας
αὖθις
αὐθιτελής
αὐθολόγραφος
αὐθόμαιμος
αὐθομολογέομαι
αὐθοπλίτης
αὐθοπτικός
αὐθόρης
αὐθόριστος
αὐθορίτους
αὐθορμητικῶς
αὐθόρμητος
αὐθοψία
αὐθύπαρκτος
αὐθυπόστατος
αὐθυπότακτος
αὐθωρεί
αὐθωρί
αὐθωρόν
αὐθωρός
αὖθ’
αὐΐαχοι
αὐΐαχος
αὐΐδετος
αὐΐτον
αὐκάν
αὐκήλως
αὐκηρεσίη
αὐκτώριτας
αὐκυων
αὐλά
αὐλαία
αὐλαῖον
αὐλαῖος
αὐλακεργάτας
αὐλακεργάτης
αὐλακηδόν
αὐλακίζω
αὐλάκιον
αὐλακισμός
αὐλακοειδής
αὐλακόεις
αὐλακοτομέω
αὐλακώδης
αὐλᾶν
αὐλαναῖα
αὖλαξ
Αὐλαρίοκος
Αὐλαρκηνός
αὐλαρός
αὐλάρχης
αὐλαρχία
αὐλαϝυδός
αὐλαϜυδός
αὐλάχα
αὐλεία
αὔλειον
αὔλειος
αὐλειτάς
…
αὐκτώριτας
Save
DGE
αὐκτώριτας
lat.
auctoritas
,
autoridad
del Senado, D.C.55.3.4.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}