αὐθωρί
adv. al punto, inmediatamente
ἡ Πυθία καὶ πρὸ ἐρωτήσεως αὐθωρὶ χρησμοὺς εἰωθέ τινας ἐκφέρειν
αὐθ·ωρί, adv. c. le préc. Plut. M. 512e.
αὐθωρί, = αὐθωρεί.
adv. al punto, inmediatamente
ἡ Πυθία καὶ πρὸ ἐρωτήσεως αὐθωρὶ χρησμοὺς εἰωθέ τινας ἐκφέρειν