αὐθόρμητος
αὐθόρμητος, self-impelled
αὐθ-όρμητος, ον,
- self-impelled, Eustr. in EN 33.29, Eust. 1148.13. Adv. -τως Id. 1370.23:—also αὐθ-ορμητικῶς Sch. E. Hec. 1227.
1 autoimpulsado
αὐ. καὶ αὐτοκίνητος
τοὺς τρίποδας ὁ ποιητὴς πλάττει καὶ αὐθορμήτους
2 adv. -ως espontáneamente
ἐρωτῆσαι αὐ. ἐκεῖνον
αὐθόρμητος, selbst zugezogen, Schol. Soph. O.R. 1226.