αὐλακεργάτης
αὐλακεργάτης, tracing furrows
αὐλᾰκ-εργάτης [γᾰ], ου, ὁ, (αὖλαξ)
- tracing furrows, AP 9.742 (Phil. (?)).
αὐλακ·εργάτης, ου (ὁ) [ᾰᾰ] qui trace des sillons, Anth. 9, 742.
Étym. αὖλαξ, ἐ.
αὐλακεργάτης, σίδηρος, Furchen machend, Philip. ep. 49 (IX.742).
αὐλακεργάτης
- tracing furrows, Anth.