αὐθυπόστατος
αὐθυπόστατος, self-substantial
αὐθ-υπόστᾰτος, ον,
- self-substantial, Jul. Or. 4.139d, Iamb. ap. Stob. 2.8.45, Procl. in Prm. p.610 S. Adv. -τως Phlp. in de An. 52.19.
1 que tiene existencia por sí mismo, que existe independientemente
τὸ αὐθυπόστατον πρῶτον
el principio increadoλόγον ... αὐθυπόστατον καὶ αὐτοκίνητον ... ἡ ψυχὴ συνείληφεν ἐν ἑαυτῇ
ὁ αὐ. λόγος τοῦ θεοῦ
ἡ οὐσία
• subst. τὸ αὐθυπόστατον:
πᾶν ... τὸ αὐθυπόστατον ἀμερές
2 adv. -ως hipostáticamente
οὔτε ἐκ τῆς μίξεως ... ἐγένετο ... οὔτε ἔξωθεν αὐ.
αὐθ·υπόστατος, ος, ον [τᾰ] qui subsiste par soi-même, Jambl. (Stob. Ecl. 2, 400).
Étym. αὐτός, ὑφίσταμαι.
αὐθυπόστατος, Erkl. zu αὐθύπαρκτος, Hesych.; σῶμα Schol. Plat. Rep. VIII.381.