Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτάρεστος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐταγρεσία
αὐταγρεσίη
αὐτάγρετος
αὐτάγρευτος
αὐτάδελφος
αὐτάδης
Αὐταῖοι
αὐταίτιος
αὐταιώρητος
αὐτακολούθησις
αὐτάλεν
αὐτάλκης
αὐταμαρόν
αὐτανδρί
αὔτανδρος
Αὔτανδρος
αὐτανεψία
αὐτανεψιά
αὐτανέψιος
αὐτανεψιός
αὐτανίδας
αὐτάντας
αυταόρα
αὐταπειρία
αὐταπόδεικτος
αὐτάρ
αὖταρ
αὐταρέσκεια
αὐταρεσκέω
αὐτάρεσκος
αὐτάρεστος
Αὐταριᾶται
Αὐταριεῖς
Αὐταριεύς
Αὐτάριτος
αὐτάρκεια
αὐταρκεσία
αὐταρκέω
αὐτάρκης
αὐταρκία
αὐταρκίη
αὐτάρκως
αὐταρχέω
αὐταρχή
αὐτάρχης
αὐταρχία
αὔταρχος
αὐταύλης
αὐταυτόθεν
αὔταυτος
αὐταυτοῦ
αὐταχάτης
αὖτε
αὐτέγγυος
αὐτεῖ
αὐτεί
Αὐτεινοί
αὐτέκμαγμα
αὐτέλεγκτος
αὐτένδυτος
αὐτενέργεια
…
αὐτάρεστος
Save
DGE
αὐτάρεστος
-ον
satisfecho de sí mismo
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}