αὐτάρεσκος
αὐτάρεσκος, self-satisfied, self-willed
αὐτᾰρεσκ-ος, ον,
- self-satisfied, self-willed, Hsch. s.v. αὐθέκαστος:—also αὐτάρεστος, Id.
satisfecho de sí mismo, pagado de sí mismo
ὁ τοιοῦτος καὶ αὐθάδης καὶ αὐτάρεσκός ἐστι καὶ ἄπιστος
φίλαυτοι καὶ αὐτάρεσκοι
• subst. τὸ αὐ. autocomplacencia
ἐπιτήρει δὲ καὶ τὸ αὐ. μάλιστα καθ' ἡσυχίαν
αὐτ·άρεσκος, ος, ον [ᾰ] satisfait de soi-même, suffisant, présomptueux, Nyss. 3, 165c ; Bas. etc.
Étym. αὐτός, ἀρέσκω.
αὐτάρεσκος, = αὐθάδης, selbstgefällig, selbstgenügsam, Sp., bes. Schol., z.B. Ar. Lys. 1118.