αὐταυτοῦ
αὐταυτοῦ or αὐταυτῶ, αὐταυτῆς (-τᾶς), Dor. for ἑαυτοῦ, ἑαυτῆς, πεπαίδευται γὰρ αὐταυτᾶς ὕπο Epich. 172.7, cf. IG 14.646 (Heraclea), Archyt. 2, Philol. 5, Axiop. 1.15, Diotog. ap. Stob. 4.7.62: acc., αὐταυτόν Ecphant. ap. Stob. 4.7.64; αὐταυτόν IG 4.156 (Aegina): as Adj., ταῖς αὐταυταῖς χερσίν Sophr. 19 (-τᾶς Pors.):—also αὐτοῦτα, for ἑαυτοῦ, IG 14.287, 288 (Segesta): pl., αὐτῶντα ib. 316 (Thermae Himeraeae).
pron. refl. de 3a pers. de sí mismo, a sí mismo, por sí mismo
ἁ φύσις ... πεπαίδευται γὰρ αὐταυτᾶς ὕπο
μορφαί, ἃς ἕκαστον (εἶδος) αὐταυτὸ σημαίνει
αἰ δὲ μή, αὐταυτὸν αἰτιασῇ
• de 1a pers. de mí mismo
ἐγὼν ἔμασσον ταῖς αὐταυτᾶς χερσίν
• forma dór. del pron.
ἑαυτόν