αὐταρέσκεια
αὐταρέσκεια, self-satisfaction, self-indulgence
αὐτᾰρέσκ-εια, ἡ,
- self-satisfaction, self-indulgence, Sm. Ec. 6.9.
autocomplacencia, arrogancia
βέλτιον προβλέπειν ἢ ὁδεύειν αὐταρεσκείᾳ
τὴν δ' αὐθάδειαν, αὐταρέσκειαν λέγω
ὁ τῆς φιλοχρηματίας καὶ αὐταρεσκείας ἔρως ἤτοι δαίμων ἐπεῖχεν αὐτούς
πρῶτος (κίνδυνος) μὲν καὶ μέγιστος ὁ τῆς αὐταρεσκείας
αὐταρέσκεια, ας (ἡ) [ᾰρ] contentement de soi-même, suffisance, présomption, Symm. Eccl. 6, 9 ; Bas.
Étym. αὐτάρεσκος.
αὐταρέσκεια, ἡ, Selbstgefälligkeit, Sp.