βασιλήϊος
βασιλήϊος, royal
βασιλήϊος, v. βασίλειος.
βασιλήϊος, ion. = βασίλειος.
βασιλήϊος
[βασιλεύς.]
Of a king or chief: τέμενος Il. 18.550 (v.l. βαθυλήϊον).
Royal, princely Od. 16.401.
βασιλήϊος : royal; γένος, Il. 16.401†.