γέννησις
γέννησις, an engendering, producing
- engendering, producing, E. IA 1065 (lyr., codd.); γ. καὶ τόκος Pl. Smp. 206e; birth, IG 2(2).1368.130, v.l. in Ev.Luc. 1.14.
- 2 production, ἀγαθῶν Arist. Pol. 1332a18 (pl.).
1 procreación, reproducción
ἡ κύησις καὶ ἡ γ.
αἰδοῖον δὲ σπέρματος ... καὶ γεννήσιος (ἀρχή)
ἡ ἀρχαίη γ.
χρήσιμον εἶναι πρὸς τὴν γέννησιν
ἐν γεννήσει ἀπαιδεύτου
αἱ παρὰ φύσιν γεννήσεις
• en lit. crist. de la generación eterna del Hijo
τὴν ἄναρχον ... γέννησιν
2 alumbramiento, nacimiento
τὸν διπλοῦν τῶν γεννήσεων χρόνον
πρώτη μὲν αὐτοῦ γ.
ref. a Dionisoἐν τῇ γεννήσει ... καὶ τῇ ἀναστάσει
ref. a Cristoἀπὸ τῆς γεννήσεως
μετὰ τὴν γέννησίν μου
3 fig. creación, producción
διὰ τὴν τῶν νόμων γέννησιν
ἀγαθῶν γεννήσεις
• como concepto fil. génesis, generación
ἡ ἀπ' ἐκείνου (τοῦ ἑνός) γ.
γ. τῶν πολλῶν ἀτόμων
• en lit. crist. nacimiento a la fe Gr.Nyss.Eun.3.2.51.
- an engendering, producing, Eur., Plat.: birth, NTest.