γεννηματικός Save LSJ Bailly 2024 γενν-ημᾰτικός, ή, όν, = γεννητικός, J. BJ 4.8.3. γεννηματικός, ή, όν, c. γεννητικός, Jos. B.J. 4, 8, 3, dout. Étym. γέννημα.