γεννήτρια
γενν-ήτρια, ἡ,
- = γεννήτειρα, δικῶν Phryn. PS p.62 B.
engendradora, madre Sch.Er.Il.22.82-3
• fig. c. gen. causa, fuente de
δικῶν καὶ συκοφαντιῶν
παρρησία ... γ. ... πάντων τῶν παθῶν
γεννήτρια, ἡ, fem. zu γεννητής, B.A. 35 ; Sp.