δικορράπτης
δῐκο-ρράπτης, ου, ὁ,
- = δικορράφος, Phryn. PS p.62 B.
zurcidor de pleitos Phryn.PS 62.
δικορράπτης, ὁ, = δικορράφος, B.A. p. 35.
zurcidor de pleitos Phryn.PS 62.