δαιδαλεύω Save Bailly 2024 Pape δαιδαλεύω (seul. prés. pass.) [ᾰ] c. δαιδάλλω, Phil. 1, 666. Étym. δαίδαλος. δαιδαλεύω, = δαιδάλλω, Philo.