δαίδαλμα
δαίδαλμα, a work of art
δαίδαλ-μα, ατος, τό,
- work of art, θεῶν Theoc. 1.32, cf. Luc. Am. 13; τὰ τῆς οἰκοδομίας δ. Agath. 2.15.
obra artística, delicada
λυσίμβροτον ... ἀκηράτων δ.
τι θεῶν δ.
δ. κάλλιστον
τῆς οἰκοδομίας δαιδάλματα
δαίδαλμα, ατος (τὸ) œuvre d’art, Thcr. Idyl. 1, 32 ; Luc. Am. 13.
Étym. δαιδάλλω.
δαίδαλμα, τό, Kunstwerk, Theocr. 1.32 ; Luc. Amor. 13.
δαίδαλμα
- 1something cleverly made, piece of workmanship [δαιδάλματα codd. con tra met.: δαίδαλ Pauw P. 5.36] ]λυσίμβροτον παρθενίᾳ[ ]ἀκηράτων δαίδαλμα[ Pae. 8.81
δαίδαλμα
- a work of art, Theocr.