δαιδαλόεις
δαιδαλ-όεις, εσσα, εν,
- = δαιδάλεος, τεύχεα Q.S. 1.141; βρέτας χρυσῷ δ. AP 9.332 (Nossis).
trabajado artísticamente, adornado
τὸ βρέτας ... χρυσῷ δ.
τεύχεα
δαιδαλόεις, εσσα, εν [ᾰ] c. δαιδάλεος, Q. Sm. 1, 141 ; Anth. 9, 332.
δαιδαλόεις, εσσα, εν, = δαιδάλεος, βρέτας χρυσῷ δ. Noss. 4 (IX.332); τεύχεα Qu.Sm. 1.141.