δαιδάλλω
δαιδάλλω, to work cunningly, deck
- work cunningly, embellish, σάκος . . πάντοσε δαιδάλλων Il. 18.479; λέχος ἔξεον . . δαιδάλλων χρυσῷ τε καὶ ἀργύρῳ ἠδʼ ἐλέφαντι Od. 23.200; of a painter or sculptor, Opp. C. 1.335, IG 14.967:—Pass., to be spotted, marked, σφραγῖσι Opp. C. 1.324.
- 2 metaph., δ. πόλιν εὐανορίαισι Pi. O. 5.21; δ. ἔπεσιν Id. Parth. 2.32:—Pass., δεδαιδαλμένοι ψεύδεσι μῦθοι Id. O. 1.29; πλοῦτος ἀρεταῖς δεδ. ib. 2.53; [μέλη] δαιδαλθέντʼ ἀοιδαῖς Id. N. 11.18.
1 trabajar artísticamente, c. ac. de cosa embellecer, adornar
σάκος ... πάντοσε δαιδάλλων
λέχος ... δαιδάλλων χρυσῷ τε καὶ ἀργύρῳ ἠδ' ἐλέφαντι
τὰν παιδὸς καλλίσταν εἰκῶ
• c. ac. de animado adornar, tatuar
(τεχνήμονες ἄνδρες) δαιδάλλουσι πόσιν καλόν
ref. un tipo de caballos no naturalmente moteados
• fig. c. suj. o instrum. de abstr., esp. la palabra o el canto
πόλιν εὐανορίαισι τάνδε κλυταῖς δαιδάλλειν
engalanar, e.e. engrandecer esta ciudad con sonadas gestasπολ]λὰ μὲν ... δαιδάλλοισ' ἔπεσιν
δεδαιδαλμένοι ψεύδεσι ... μῦθοι
πλοῦτος ἀρεταῖς δεδαιδαλμένος
(ἄνδρα) μελιγδούποισι δαιδαλθέντα ... ἀοιδαῖς
2 esculpir, representar en una estatua en v. pas.
τὸν Ὄσιριν ... δαιδαλθῆναι ἐκέλευσεν
[δαίδαλον.]
To ornament curiously: σάκος Il. 18.479: χρυσῷ τε καὶ ἀργύρῳ Od. 23.200.
- 1embellish met. δεδαιδαλμένοι ψεύδεσι ποικίλοις μῦθοι O. 1.29 ὁ μὰν πλοῦτος ἀρεταῖς δεδαιδαλμένος φέρει τῶν τε καὶ τῶν καιρόν O. 2.53 αἰτήσων πόλιν εὐανορίαισι τάνδε κλυταῖς δαιδάλλειν O. 5.21 μελιγδούποισι δαιδαλθέντα μελιζέμεν ἀοιδαῖς (sc. Ἀρισταγόραν) N. 11.18 πολ]λὰ μὲν τὰ πάροιθ[ ]δαιδάλλοισʼ ἔπεσιν Παρθ. 2. 31.
- to work cunningly, deck or inlay with curious arts, to embellish, Hom.:—Pass., perf. part. δεδαιδαλμένος, Pind.