δαιδαλόχειρ
δαιδαλόχειρ, cunning of hand
δαιδᾰλόχειρ, ὁ, ἡ, gen. χειρος,
- cunning of hand, AP 6.204 (Leon.).
artista
Θῆρις ὁ δ.
δαιδαλό·χειρ, -χειρος (ὁ, ἡ) [ᾰ] aux mains habiles, Anth. 6, 204.
Étym. δαίδαλος, χείρ.
δαιδαλόχειρ, ειρος, mit kunstvollen Händen, Leon.Tar. 28 (VI.204).
δαιδαλόχειρ
- cunning of hand, Anth.