δαιδαλεύομαι
δαιδαλ-εύομαι,
- = δαιδάλλω, Ph. 1.666.
trabajar con esmero, delicadamente
τίς τὰς πολυτελεῖς ἁλουργίδας ... δαιδαλεύεται;
trabajar con esmero, delicadamente
τίς τὰς πολυτελεῖς ἁλουργίδας ... δαιδαλεύεται;