διάπυστος
διάπυστος, heard of, well-known
διάπυστος, ον,
- heard of, well-known, δ. γίγνεσθαι Hdn. 2.12.2.
muy conocido
ἐπεὶ δὲ ταῦτα διάπυστα τῷ δήμῳ ἐγένετο
τῆς δόξης αὐτοῦ μέχρι Περσῶν διαπύστου γενομένης
διάπυστος, ος, ον, très connu, Hdn 2, 12.
Étym. διαπυνθάνομαι.
διάπυστος, bekannt, Hdn. 2.12.4.