διασκέδασις
διασκέδασις, scattering
διασκέδ-ᾰσις, εως, ἡ,
- scattering, Thd. Is. 24.19.
dispersión, eliminación
ψυχικ]ῶν συμφο[ρῶν
• destrucción
διασκεδάσει διασκεδασθήσεται ἡ γῆ
τῶν Δημητριακῶν σπερμάτων
διασκέδασις, εως (ἡ) [δᾰ] dispersion, Aqu. Esai. 5, 7.
Étym. διασκεδάννυμι.