διασκαλεύω
διασκᾰλεύω,
- = sq., Plu. Sollert. 2.980e, Hsch. s.v. διαγλάψασʼ.
escarbar
τὰ λεπτὰ τῶν ἐνισχομένων τοῖς ὀδοῦσι σαρκῶν
οἱ φρεωρύχοι τὰς φλέβα, διασκαλεύοντες
δια·σκαλεύω [κᾰ] (seul. part. prés.) c. le suiv. Plut. M. 980e.
διασκαλεύω, durchhacken, Plut. sol.anim. 31.