διασφήνωσις
διασφήνωσις, plugging
διασφήν-ωσις, εως, ἡ,
- plugging, μοτῶν Sor. 2.40 (pl.).
acción de taponar c. gen.
μοτῶν
διασφήνωσις, εως (ἡ) action de fendre avec un coin, Sor. Obst. p. 216 Erm.