διαγλυφή
διαγλυφή, scooping out
δια-γλῠφή, ἡ,
- scooping out, Orib. 49.4.28.
incisión, relieve
καὶ τὰ λοιπὰ τῆς ῥαβδώσεως καὶ διαγλυφῆς
ἐκ διαγλυφῆς χηνίσκων προτομαὶ μεμόρφωνται ξύλιναι
διαγλυφή, ῆς (ἡ) [ῠ] incision, Orib. 124 et 125 Mai.
Étym. διαγλύφω.