About Report a problem

Menu

διαγλάφω

διαγλάφω, to scoop out

διαγλάφω [ᾰ]
  • scoop out, εὐνὰς ἐν ψαμάθοισι διαγλάψασʼ (v.l. -γνάψ-) Od. 4.438.

Saved

Recent