διαγνωστικός
διαγνωστικός, able to distinguish
- able to distinguish, ἀληθῶν καὶ ψευδῶν λόγων S.E. P. 2.229, cf. Luc. Salt. 74; δ. καὶ διακριτικός Id. Herm. 69, cf. Gal. UP 5.10; δ. θεωρία Id. 1.271; δ. σημεῖα, opp. προγνωστικά, ib. 313.
- II belonging to a διάγνωσις II, ὑπομνήματα PLips. 34.15 (iv A. D.).
I
1 capaz de discernir o reconocer
πότερόν ἐστι δ. ἡ ἁρμονικὴ πραγματεία
καὶ ᾀσμάτων καὶ μελῶν τῶν ἀρίστων διαγνωστικόν
μέθοδος ... δ. τῶν ... πρώτων καὶ ἀσυνθέτων
• medic. relativo al diagnóstico
τὸ δ. ... κίνημα τῆς διανοίας
• capaz de diagnosticar c. gen.
ἵν' ᾖ (τὰ νεῦρα) διαγνωστικὰ τῶν λυπησόντων
δ. θεωρία ἁπασῶν τῶν διαθέσεων
• que sirve para diagnosticar
(σημεῖα) τῆς τε παρούσης ὑγιείας ... διαγνωστικά
2 relativo a una vista judicial (cf. διαγνωστικὰ ὑπομνήματα
actas judiciales emitidas de resultas de una διάγνωσιςδιαγνωστικοὶ ἀγῶνες
conflictos legales resueltos en virtud de una διάγνωσις
II adv. -ῶς mediante una cognitio o vista judicial
δ. διακρῖναι τὰ μεταξὺ τῶν δικαζομένων
- able to distinguish, Luc.