διαγογγυσμός Save DGE Bailly 2024 διαγογγυσμός -οῦ, ὁ murmuración 1Ep.Ti.2.8 en Eus.M.24.44B. διαγογγυσμός, οῦ (ὁ) murmure, Spt. Ex. 16, 8. Étym. διαγογγύζω.